Αντιμετώπιση Σπίλων

Είναι πολύ σημαντικό να εξετάζουμε τις ελιές του σώματός μας σε τακτική βάση και να επισκεπτόμαστε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο το δερματολόγο για πλήρη εξέταση και καταγραφή των σπίλων μας (ψηφιακή δερματοσκόπηση και χαρτογράφηση σπίλων) καθώς η έγκαιρη διάγνωση κάποιας πιθανής δερματικής δυσπλασίας είναι καθοριστικής σημασίας για την ενδεχόμενη κακοήθη εξέλιξή της.
Πριν γίνει η επιλογή και η πραγματοποίηση οποιασδήποτε θεραπείας για την αντιμετώπιση των επίκτητων μελανοκυτταρικών σπίλων πρέπει πρώτα να γίνει εξέταση και κλινική εκτίμηση με μεγάλη προσοχή. Παρά το γεγονός ότι η αφαίρεση σπίλων με laser είναι κατάλληλη για ορισμένους σπίλους, οι περισσότεροι σπίλοι θα πρέπει να αφαιρούνται χειρουργικά. Η κλινική εκτίμηση από εξειδικευμένο δερματολόγο σε συνδυασμό με τη δερματοσκόπηση μπορεί να καθορίσει τον κατάλληλο τρόπο αφαίρεσης ενός σπίλου.
Όσον αφορά τους συγγενείς μελανοκυτταρικούς σπίλους, σύμφωνα με μια πολύ πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό της Αμερικάνικης Εταιρείας Δερματολογίας (Journal of the American Academy of Dermatology) η μέθοδος αντιμετώπισης εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το μέγεθος και το εάν η βλάβη παρουσιάζει άτυπα χαρακτηριστικά ή πρόσφατη αλλαγή.
Ουσιαστικά όλοι οι συγγενείς μελανοκυτταρικοί σπίλοι που παρουσιάζουν άτυπα χαρακτηριστικά ή πρόσφατη αλλαγή θα πρέπει να αφαιρούνται χειρουργικά ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Ωστόσο, όταν δεν παρουσιάζουν κάποιο άτυπο χαρακτηριστικό ή όταν δεν έχει σημειωθεί κάποια αλλαγή του σπίλου, η μέθοδος αντιμετώπισης καθορίζεται βάσει του μεγέθους του.
Ειδικότερα, οι συγγενείς μελανοκυτταρικοί σπίλοι μικρού μεγέθους (< 1,5 εκατοστά) θα πρέπει να αφαιρούνται όταν δημιουργούν αισθητικό πρόβλημα αφού αρχικά ληφθούν φωτογραφίες και γίνει συζήτηση με τον ασθενή σχετικά με τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές. Στην περίπτωση των συγγενών μελανοκυτταρικών σπίλων μεσαίου μεγέθους (από 1,5 έως 20 εκατοστά) γίνεται χειρουργική αφαίρεση εάν ο σπίλος παρουσιάζει άτυπα χαρακτηριστικά ή πρόσφατη αλλαγή. Εάν ο αριθμός των σπίλων δεν ξεπερνάει τους τρεις, η επιλογή της μεθόδου αντιμετώπισης εξαρτάται από το εάν ο σπίλος δημιουργεί αισθητικό πρόβλημα. Αντιθέτως, εάν υπάρχουν περισσότεροι από τρεις συγγενείς μελανοκυτταρικοί σπίλοι μεσαίου μεγέθους θα πρέπει ο/η ασθενής να ενημερωθεί σχετικά με τη νευροδερματική μελάνωση και να τηρείται τακτικό πρόγραμμα παρακολούθησης.
Στην περίπτωση που υπάρχουν συγγενείς μελανοκυτταρικοί σπίλοι μεγάλου μεγέθους (άνω των 20 εκατοστών) θα πρέπει να γίνεται αφαίρεση της ύποπτης περιοχής το συντομότερο δυνατό σε περίπτωση παρουσίας άτυπων χαρακτηριστικών ή/και πρόσφατης αλλαγής. Εάν δεν παρουσιάζει αυτά τα στοιχεία, θα πρέπει να συζητείται με τον/την ασθενή η επιθυμία του/της να γίνει αφαίρεση του μεγάλου συγγενή μελανοκυτταρικού σπίλου (π.χ. για αισθητικούς λόγους) και τακτική παρακολούθηση μέσω δερματοσκόπησης και ψηφιακής χαρτογράφησης σπίλων. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για μεγάλους σπίλους ή σπίλους που βρίσκονται σε εμφανή ανατομικά σημεία του σώματος, είναι η ψυχολογική επιβάρυνση του/της ασθενούς.
Η αφαίρεση με laser επιλέγεται μόνο σε περιπτώσεις που πρόκειται για καλοήθεις σπίλους, οι οποίοι αφαιρούνται είτε για λόγους λειτουργικότητας, όπως για παράδειγμα επειδή υπάρχει ενόχληση από κάποιο στηθόδεσμο, ζώνη, εσώρουχο, γυαλιά ή/και για αισθητικούς λόγους.
Το κυριότερο πλεονέκτημα της αφαίρεσης σπίλων με laser είναι ότι πρόκειται για μια μη επεμβατική μέθοδο, καθώς δεν πραγματοποιείται τομή ή καυτηριασμός του δέρματος, κάτι που μειώνει σημαντικά και τις πιθανότητες ενδεχόμενης λοίμωξης και σχηματισμού ουλών. Επιπλέον με τη χρήση των laser είναι δυνατή η αφαίρεση σπίλων από σημεία του προσώπου ή του σώματος στα οποία η προσέγγιση είναι δύσκολη με κάποια άλλη μέθοδο.
Ωστόσο, με τα laser δεν είναι δυνατή η προσέγγιση των βαθύτερων στοιβάδων του δέρματος και επομένως χρησιμοποιούνται μόνο για την αφαίρεση των επιφανειακών σπίλων. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο σπίλος καταστρέφεται καθιστά αδύνατη την πραγματοποίηση ιστολογικής εξέτασης.
Αναλυτικότερα, τόσο στους μελανοκυτταρικούς όσο και στους επιδερμιδικούς σπίλους, η εξάχνωση των βλαβών με χρήση του CO2 laser προσφέρει μοναδικά πλεονεκτήματα σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία. Για τους σπίλους Ota και Ito το επικρατέστερο laser είναι τo Q-switched Nd:YAG laser στα 1064 nm και στα 755 nm. Για την αντιμετώπιση των σπίλων Becker η θεραπεία αφορά στη μείωση της τριχοφυΐας και της υπερμελάγχρωσης με Long Pulsed Laser και Q-Switched Laser, Alexandrite, στα 755 nm.
Ωστόσο, εάν δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα ως προς την καλοήθη φύση ενός σπίλου δεν θα πρέπει να πραγματοποιείται αφαίρεση με laser, αλλά να επιλέγεται κάποια άλλη μέθοδος ώστε η βλάβη, ο σπίλος στην προκειμένη περίπτωση, να παραμείνει ως έχει και να αποσταλεί για ιστολογική εξέταση/βιοψία.
Μετά από την αφαίρεση ενός σπίλου, το σημάδι που μένει στο δέρμα εξαρτάται τόσο από το μέγεθός του σπίλου όσο και από την επιλεγόμενη μέθοδο αφαίρεσης. Τα  laser υπερτερούν ως μέθοδος σε σχέση με το σχηματισμό ουλών.
Εκτός από την τακτική εξέταση των σπίλων από δερματολόγο, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουμε καθημερινά μέτρα προστασίας από την ηλιακή ακτινοβολία (UVA και UVB) ιδιαίτερα στη χώρα μας όπου οι ημέρες ηλιοφάνειας είναι πολλές κατά τη διάρκεια του έτους. Παράλληλα, η προστασία από τον ήλιο θα πρέπει να είναι ακόμα πιο ενισχυμένη στα άτομα που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως είναι τα άτομα με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, δέρμα ή/και μάτια, καθώς και στα παιδιά.
Συμπερασματικά, η επιλογή της μεθόδου αντιμετώπισης των μελανοκυτταρικών σπίλων θα πρέπει να γίνεται σε ατομική βάση ανάλογα με την περίπτωση κάθε ασθενή. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη καταρχήν το μέγεθος και η εντόπιση του σπίλου καθώς και το εάν πρόκειται για συγγενή ή επίκτητη δερματική δυσπλασία και παράλληλα να γίνεται αξιολόγηση του κινδύνου ανάπτυξης μελανώματος. Εκτός αυτών, θα πρέπει να εκτιμάται το αισθητικό αποτέλεσμα μετά από την αφαίρεση ενός σπίλου, καθώς και η ενδεχόμενη ψυχολογική επιβάρυνση του/της ασθενούς εάν ο σπίλος δεν αφαιρεθεί. Σε κάθε περίπτωση η τακτική και προσεκτική παρακολούθηση και εξέταση των σπίλων μέσω της μεθόδου της ψηφιακής δερματοσκόπησης και χαρτογράφησης σπίλων μπορεί να οδηγήσει στην έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των επικίνδυνων σπίλων και τη θεραπεία του μελανώματος στη συντριπτική πλειοψηφία των περιστατικών.
 
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Leave a Comment